19 Αυγ 2019
«Το πάρτι», ίσως η πιο αστεία ταινία που έγινε ποτέ
19.8.19 by Spanio Pouli
Η αλήθεια είναι ότι δεν είχα δει αυτό το αριστούργημα με το Θεό Πίτερ Σέλερς. Εκπληκτικό το άρθρο του newsbeast.gr που σας παραθέτω!Να το δείτε!
Ο Πίτερ Σέλερς τα κάνει γης Μαδιάμ, αυτός θα έπρεπε να είναι ο υπότιτλος της ανεπανάληπτης κωμωδίας που δεν είναι παρά ένα one-man-show του αστείρευτου Βρετανού ηθοποιού.
O μαέστρος της φάρσας εξάλλου, ο σκηνοθέτης Μπλέικ Έντουαρντς, είχε στα χέρια του ένα σενάριο μόλις 63 σελίδων, είχε όμως και τον Σέλερς στο πλευρό του, ο οποίος του γέμισε μια χαρά μισή ωρίτσα ακόμα με άπαιχτους αυτοσχεδιασμούς, φτάνοντας έτσι αυτά τα 99 λεπτά που ξεχείλιζαν γέλιο και πάλι γέλιο.
«Ο Πίτερ Σέλερς επιστρέφει ξανά στη δουλειά», χαιρέτισαν οι κριτικοί κινηματογράφου μετά την πρεμιέρα του φιλμ εκείνη τη σημαδιακή 4η Απριλίου 1968, μια μέρα που δεν ήταν σαν τις άλλες. Γιατί όσοι πήγαν να δουν την επίσημη πρώτη του «Πάρτι» έχασαν την είδηση που θα κλόνιζε τις ΗΠΑ, τη δολοφονία του Μάρτιν Λούθερ Κινγκ!
Κι έτσι ό,τι είχε να κάνει με την εμβληματική κωμωδία πέρασε αναγκαστικά στα «ψιλά» της ειδησεογραφίας, αφήνοντας μόνο τους κριτικούς να πανηγυρίζουν για τη μεγάλη επιστροφή του Σέλερς στους αξιομνημόνευτους ρόλους. Όχι ότι είχε φύγει ποτέ, απλώς οι τελευταίες του δουλειές τον είχαν απομακρύνει κάπως από τον τίτλο που του είχαν κολλήσει ως τον πιο αστείο κωμικό του σινεμά.
Ο Σέλερς που πήγε στο Χόλιγουντ ως το βαρύ πυροβολικό της βρετανικής κωμωδίας και δικαίωσε μια χαρά το όνομά του, τόσο με τον «Ροζ Πάνθηρα» (1963) όσο και με το «SOS: Πεντάγωνο καλεί Μόσχα» (1964), μόνο που οι επόμενες ταινίες του δεν ήταν τόσο καλές. Έφταιγε ίσως ότι του είχαν πει πως ήταν φυσικά αστείος και δεν χρειαζόταν να κάνει τίποτα άλλο; Έφταιγαν τα σενάρια; Την ώρα που όλοι αναρωτιόνταν λοιπόν αν ο «πολύς» Βρετανός είχε χάσει τη μαγεία του, ο Μπλέικ Έντουαρντς τον καλεί να γυρίσουν «Το πάρτι», στο οποίο ο προβληματισμένος με την κινηματογραφική απόδοσή του Σέλερς αποφασίζει να το δουλέψει πολύ.
Δεν θα βασιστεί απλώς στις γκριμάτσες και τις μιμήσεις του, αλλά θα πλάσει έναν χαρακτήρα από την αρχή. Ούτε κοστούμια θα αλλάξει ούτε την αγαπημένη του στολή του Βοναπάρτη θα φορέσει. Θα παίξει έναν άγαρμπο Iνδό κομπάρσο που θα σαμποτάρει άθελά του ένα πάρτι, με τη βοήθεια ενός μεθυσμένου σερβιτόρου και ενός ελέφαντα.
Ο Έντουαρντς ξεκινά την ταινία του σε χαμηλούς τόνους, με τους καλεσμένους να απολαμβάνουν το χαλαρό ποτάκι τους κάτω από τους ήχους της χαμηλής μουσικής και τον Σέλερς να κυνηγά το παπούτσι του στους καταρράκτες του σαλονιού. Πώς; Ναι, η τρέλα θα κλιμακωθεί προοδευτικά, καθώς για τα πρώτα 2/3 της ταινίας το φιλμ παραμένει επώδυνα κοντά στην πεζή πραγματικότητα της μεγαλοαστικής ψυχαγωγίας. Όταν ωστόσο το σαλόνι γεμίσει με σαπουνάδες και έναν ελέφαντα, το χάος δεν μπορεί πια να κρυφτεί!
Ο Πίτερ Σέλερς είναι εδώ μια κινούμενη καταστροφή, τον οποίο έδιωξαν από μια ταινία γιατί κατέστρεψε το ντεκόρ και θα καταστρέψει επίσης και τη βίλα του παραγωγού. Όχι επειδή το θέλει, κάθε άλλο, έτσι είναι όμως η φύση του, ένας αδέξιος γκαφατζής που σμπαραλιάζει τα πάντα στο πέρασμά του και μάλιστα εν αγνοία του.
Τι είναι όμως αυτό που κάνει το πάρτι αριστουργηματικό; Αν πρέπει να το πούμε, ο αυτοσχεδιαστικός καταιγισμός του κορυφαίου κωμικού, που μας δείχνει πόσους πολλούς άσους κρύβει στο μανίκι του γέλιου του. Ο Σέλερς σε κάνει να γελάς με κάθε πιθανό και απίθανο τρόπο και το κάνει μάλιστα χωρίς να μιλά.
Το «Πάρτι» θυμίζει πολύ βωβή ταινία, βωβή κωμωδία, καθώς το γέλιο δεν προκύπτει από το αλισβερίσι της πρόζας αλλά από αυτά τα σπαστικά γκαγκς του άγαρμπου πρωταγωνιστή της. Είναι οι δικές του εκφράσεις, οι δικές του κινήσεις που τροφοδοτούν ασταμάτητα τον καλοκουρδισμένο μηχανισμό γέλιου του φιλμ, αφήνοντας τους διαλόγους σε δεύτερο και τρίτο επίπεδο. Και είναι πράγματι ένας εμπνευσμένος και ανείπωτα ξεκαρδιστικός φόρος τιμής στη βωβή κωμωδία, έχοντας έναν πυρακτωμένο Σέλερς στο τιμόνι της.
Όπως μας έχει πει εξάλλου και ο Μπλέικ Έντουαρντς, είχε πάντα στα γυρίσματα μια δεύτερη κινηματογραφική μηχανή να γράφει διαρκώς, καθώς ο πρωταγωνιστής του ήταν ασίγαστος και πετούσε τη μια ιδέα πίσω την άλλη, κάνοντας αυτοσχεδιασμούς διαρκώς και με όλα. Οι κριτικοί δεν αγάπησαν βέβαια το γεγονός ότι ενσαρκώνει έναν Ινδό με στερεοτυπικό τρόπο, κάτι που χτύπησαν ή καυτηρίασαν όλοι σχεδόν στην εποχή του και μάλιστα από την πρώτη στιγμή. Έναν δουλοπρεπώς ευγενή άνθρωπο δηλαδή που μοιάζει τόσο ξένος στη Δύση και ακόμα περισσότερο στο χυδαίο και κακόγουστο Χόλιγουντ που θέλει να τον διώξει.
Μόνο που πρωτίστως ως ραδιοφωνικός ηθοποιός, ο Σέλερς ειδικευόταν στις «αστείες φωνές», όπως έλεγε, αυτά τα εθνικά ιδιώματα που έβγαζαν γέλιο όχι γιατί ήταν πραγματικά κωμικά, μα για τον τρόπο της προσωδίας του. Τον Ινδό γιατρό είχε ερμηνεύσει εξάλλου και στην «Εκατομμυριούχο» (1960), δίπλα στη Σοφία Λόρεν, και κανείς δεν διαμαρτυρήθηκε γι’ αυτό. Ακόμα και στους δύο «Ροζ Πάνθηρες» που προηγήθηκαν του «Πάρτι» τον είχε αναβιώσει μασκαρεμένος ως Επιθεωρητής Κλουζό.
Κι αν η στερεοτυπική ενσάρκωση του Ινδού ξένισε πολλούς ακόμα και τότε, όχι ακριβώς την πιο ευαίσθητη κοινωνικά περίοδο της ανθρωπότητας, αξίζει ίσως να του καταμαρτυρήσουμε πως ακόμα κι έτσι παραμένει ο πιο ανθρώπινος χαρακτήρας του φιλμ, ολότελα ξένος στον πλαστικό και φαντεζί παράδεισο του Χόλιγουντ που τον έβαλαν να δουλέψει και να διασκεδάσει.
Αυτό του το αναγνώρισε ο κορυφαίος αμερικανός κριτικός σινεμά Άντριου Σάρις, που έγραψε το 1968 μια από τις λίγες καλές κριτικές για την ταινία. Ναι, για το «Πάρτι», μια από τις καλύτερες κωμωδίες του κινηματογράφου! «Είναι αυτή η διάσταση μεταξύ της άσκοπης λεπτότητας του Σέλερς και της γενικής κακογουστιάς του περιβάλλοντός του που δίνει στην ταινία την ενέργειά της», παραδέχτηκε.
Αν ξεπεράσεις αυτό το «ρατσιστικό στερεότυπο», όπως παρατηρεί το British Film Institute, το «Πάρτι» παραμένει το καλύτερο πισωγύρισμα που έκανε το σύγχρονο σινεμά στο σλάπστικ της βωβής κωμωδίας, τις χοντροκομμένες φαρσοκωμωδίες καταστάσεων του βωβού με τις ξεκαρδιστικές υπερβολές και το στιλιζαρισμένο παίξιμο. Όσο για το πόσο προσβλητική βρήκαν οι Ινδοί την κωμική ενσάρκωσή τους από τον Σέλερς, φτάνει ίσως να καταθέσουμε πως μια από τις πλέον αγαπημένες ατάκες της πρωθυπουργού Ίντιρα Γκάντι βρήκε από το στόμα του Σέλερς στην ταινία (όταν τον ρώτησε κάποιος «ποιος νομίζεις ότι είσαι», ο Σέλερς απάντησε: «Στην Ινδία, δεν νομίζουμε ότι είμαστε, ξέρουμε ότι είμαστε!»).
Δεν είναι παραληρηματική κωμωδία, παραληρηματικός είναι μόνο ο πρωταγωνιστής της. Τον οποίο βρήκαν εξάλλου όλοι, ακόμα και όσοι δεν ενθουσιάστηκαν με το φιλμ, στην καλύτερη δυνατή του φόρμα. Και όλοι ξέρουμε τι μπορεί να κάνει ένας Πίτερ Σέλερς σε φόρμα! Τέτοια φόρμα που άφησε τον Μπλέικ Έντουαρντς να τον κινηματογραφεί για ώρες και ώρες, χωρίς πρόγραμμα γυρισμάτων ή σενάριο στα χέρια του, για να δει τι θα γίνει. Αυτό που έγινε είναι μια από τις διασκεδαστικότερες ταινίες του κινηματογράφου, αλλά και μια παραγωγή που μόνο τότε και από κείνους συγκεκριμένα τους δημιουργούς μπορούσε να γίνει.
Προσθέστε εδώ και την εξίσου αμίμητη μουσική του μόνιμου συνεργάτη του Έντουαρντς, Χένρι Μαντσίνι, αλλά και τις σκηνές του μεθυσμένου γκαρσονιού (που ερμηνεύει ένας γνωστός στην άλλη πλευρά του Ατλαντικού τηλεοπτικός ηθοποιός) και έχετε έναν σωστό θρίαμβο του υποκριτικού αυτοσχεδιασμού. Εκεί που τα λόγια περιττεύουν δηλαδή, γι’ αυτό και στις πιο αστείες στιγμές του φιλμ απουσιάζουν ολότελα.
Δικαίως ο σκηνοθέτης του το θεωρούσε πάντα «ένα από τα πιο ριζοσπαστικά πειραματικά φιλμ στην ιστορία του Χόλιγουντ», όπως μας λένε οι βιογράφοι του (Peter Lehman και William Luhr), καθώς ο Έντουαρντς κρατήθηκε ηθελημένα σε δεύτερο πλάνο, αφήνοντας τον πρωταγωνιστή του να ξεδιπλώσει αυτό που είχε με τα καντάρια: το κωμικό του ταλέντο. Και ο Σέλερς γέμισε την οθόνη απ’ άκρη σ’ άκρη, στριμώχνοντας τη φρενήρη δραστηριότητά του σε 99 λεπτά και αφήνοντάς σε να μην ξέρεις πού να πρωτοεστιάσεις.
Γιατί να το δεις: Γιατί να το ξαναδείς δηλαδή, μιας και λίγοι είναι προφανώς αυτοί που δεν έχουν γελάσει μέχρι δακρύων με «Το πάρτι». Γιατί είναι μια κωμωδία που τσακίζει κόκαλα (από το τράνταγμα του γέλιου προφανώς), μια αριστουργηματική ταινία που στέκει σήμερα στο βάθρο της. Μην έχοντας χάσει τίποτα όμως από τη δύναμή της, αυτό το παραλήρημα αυτοσχεδιασμού που δύσκολα θα ξαναδούμε στην έβδομη τέχνη.
«Το πάρτι» θα άφηνε εποχή, απλώς και μόνο γιατί ο αθέλητος πρωταγωνιστής του δεν άφησε τίποτα όρθιο…
Ο Πίτερ Σέλερς τα κάνει γης Μαδιάμ, αυτός θα έπρεπε να είναι ο υπότιτλος της ανεπανάληπτης κωμωδίας που δεν είναι παρά ένα one-man-show του αστείρευτου Βρετανού ηθοποιού.
O μαέστρος της φάρσας εξάλλου, ο σκηνοθέτης Μπλέικ Έντουαρντς, είχε στα χέρια του ένα σενάριο μόλις 63 σελίδων, είχε όμως και τον Σέλερς στο πλευρό του, ο οποίος του γέμισε μια χαρά μισή ωρίτσα ακόμα με άπαιχτους αυτοσχεδιασμούς, φτάνοντας έτσι αυτά τα 99 λεπτά που ξεχείλιζαν γέλιο και πάλι γέλιο.
«Ο Πίτερ Σέλερς επιστρέφει ξανά στη δουλειά», χαιρέτισαν οι κριτικοί κινηματογράφου μετά την πρεμιέρα του φιλμ εκείνη τη σημαδιακή 4η Απριλίου 1968, μια μέρα που δεν ήταν σαν τις άλλες. Γιατί όσοι πήγαν να δουν την επίσημη πρώτη του «Πάρτι» έχασαν την είδηση που θα κλόνιζε τις ΗΠΑ, τη δολοφονία του Μάρτιν Λούθερ Κινγκ!
Κι έτσι ό,τι είχε να κάνει με την εμβληματική κωμωδία πέρασε αναγκαστικά στα «ψιλά» της ειδησεογραφίας, αφήνοντας μόνο τους κριτικούς να πανηγυρίζουν για τη μεγάλη επιστροφή του Σέλερς στους αξιομνημόνευτους ρόλους. Όχι ότι είχε φύγει ποτέ, απλώς οι τελευταίες του δουλειές τον είχαν απομακρύνει κάπως από τον τίτλο που του είχαν κολλήσει ως τον πιο αστείο κωμικό του σινεμά.
Ο Σέλερς που πήγε στο Χόλιγουντ ως το βαρύ πυροβολικό της βρετανικής κωμωδίας και δικαίωσε μια χαρά το όνομά του, τόσο με τον «Ροζ Πάνθηρα» (1963) όσο και με το «SOS: Πεντάγωνο καλεί Μόσχα» (1964), μόνο που οι επόμενες ταινίες του δεν ήταν τόσο καλές. Έφταιγε ίσως ότι του είχαν πει πως ήταν φυσικά αστείος και δεν χρειαζόταν να κάνει τίποτα άλλο; Έφταιγαν τα σενάρια; Την ώρα που όλοι αναρωτιόνταν λοιπόν αν ο «πολύς» Βρετανός είχε χάσει τη μαγεία του, ο Μπλέικ Έντουαρντς τον καλεί να γυρίσουν «Το πάρτι», στο οποίο ο προβληματισμένος με την κινηματογραφική απόδοσή του Σέλερς αποφασίζει να το δουλέψει πολύ.
Δεν θα βασιστεί απλώς στις γκριμάτσες και τις μιμήσεις του, αλλά θα πλάσει έναν χαρακτήρα από την αρχή. Ούτε κοστούμια θα αλλάξει ούτε την αγαπημένη του στολή του Βοναπάρτη θα φορέσει. Θα παίξει έναν άγαρμπο Iνδό κομπάρσο που θα σαμποτάρει άθελά του ένα πάρτι, με τη βοήθεια ενός μεθυσμένου σερβιτόρου και ενός ελέφαντα.
Ο Έντουαρντς ξεκινά την ταινία του σε χαμηλούς τόνους, με τους καλεσμένους να απολαμβάνουν το χαλαρό ποτάκι τους κάτω από τους ήχους της χαμηλής μουσικής και τον Σέλερς να κυνηγά το παπούτσι του στους καταρράκτες του σαλονιού. Πώς; Ναι, η τρέλα θα κλιμακωθεί προοδευτικά, καθώς για τα πρώτα 2/3 της ταινίας το φιλμ παραμένει επώδυνα κοντά στην πεζή πραγματικότητα της μεγαλοαστικής ψυχαγωγίας. Όταν ωστόσο το σαλόνι γεμίσει με σαπουνάδες και έναν ελέφαντα, το χάος δεν μπορεί πια να κρυφτεί!
Ο Πίτερ Σέλερς είναι εδώ μια κινούμενη καταστροφή, τον οποίο έδιωξαν από μια ταινία γιατί κατέστρεψε το ντεκόρ και θα καταστρέψει επίσης και τη βίλα του παραγωγού. Όχι επειδή το θέλει, κάθε άλλο, έτσι είναι όμως η φύση του, ένας αδέξιος γκαφατζής που σμπαραλιάζει τα πάντα στο πέρασμά του και μάλιστα εν αγνοία του.
Τι είναι όμως αυτό που κάνει το πάρτι αριστουργηματικό; Αν πρέπει να το πούμε, ο αυτοσχεδιαστικός καταιγισμός του κορυφαίου κωμικού, που μας δείχνει πόσους πολλούς άσους κρύβει στο μανίκι του γέλιου του. Ο Σέλερς σε κάνει να γελάς με κάθε πιθανό και απίθανο τρόπο και το κάνει μάλιστα χωρίς να μιλά.
Το «Πάρτι» θυμίζει πολύ βωβή ταινία, βωβή κωμωδία, καθώς το γέλιο δεν προκύπτει από το αλισβερίσι της πρόζας αλλά από αυτά τα σπαστικά γκαγκς του άγαρμπου πρωταγωνιστή της. Είναι οι δικές του εκφράσεις, οι δικές του κινήσεις που τροφοδοτούν ασταμάτητα τον καλοκουρδισμένο μηχανισμό γέλιου του φιλμ, αφήνοντας τους διαλόγους σε δεύτερο και τρίτο επίπεδο. Και είναι πράγματι ένας εμπνευσμένος και ανείπωτα ξεκαρδιστικός φόρος τιμής στη βωβή κωμωδία, έχοντας έναν πυρακτωμένο Σέλερς στο τιμόνι της.
Όπως μας έχει πει εξάλλου και ο Μπλέικ Έντουαρντς, είχε πάντα στα γυρίσματα μια δεύτερη κινηματογραφική μηχανή να γράφει διαρκώς, καθώς ο πρωταγωνιστής του ήταν ασίγαστος και πετούσε τη μια ιδέα πίσω την άλλη, κάνοντας αυτοσχεδιασμούς διαρκώς και με όλα. Οι κριτικοί δεν αγάπησαν βέβαια το γεγονός ότι ενσαρκώνει έναν Ινδό με στερεοτυπικό τρόπο, κάτι που χτύπησαν ή καυτηρίασαν όλοι σχεδόν στην εποχή του και μάλιστα από την πρώτη στιγμή. Έναν δουλοπρεπώς ευγενή άνθρωπο δηλαδή που μοιάζει τόσο ξένος στη Δύση και ακόμα περισσότερο στο χυδαίο και κακόγουστο Χόλιγουντ που θέλει να τον διώξει.
Μόνο που πρωτίστως ως ραδιοφωνικός ηθοποιός, ο Σέλερς ειδικευόταν στις «αστείες φωνές», όπως έλεγε, αυτά τα εθνικά ιδιώματα που έβγαζαν γέλιο όχι γιατί ήταν πραγματικά κωμικά, μα για τον τρόπο της προσωδίας του. Τον Ινδό γιατρό είχε ερμηνεύσει εξάλλου και στην «Εκατομμυριούχο» (1960), δίπλα στη Σοφία Λόρεν, και κανείς δεν διαμαρτυρήθηκε γι’ αυτό. Ακόμα και στους δύο «Ροζ Πάνθηρες» που προηγήθηκαν του «Πάρτι» τον είχε αναβιώσει μασκαρεμένος ως Επιθεωρητής Κλουζό.
Κι αν η στερεοτυπική ενσάρκωση του Ινδού ξένισε πολλούς ακόμα και τότε, όχι ακριβώς την πιο ευαίσθητη κοινωνικά περίοδο της ανθρωπότητας, αξίζει ίσως να του καταμαρτυρήσουμε πως ακόμα κι έτσι παραμένει ο πιο ανθρώπινος χαρακτήρας του φιλμ, ολότελα ξένος στον πλαστικό και φαντεζί παράδεισο του Χόλιγουντ που τον έβαλαν να δουλέψει και να διασκεδάσει.
Αυτό του το αναγνώρισε ο κορυφαίος αμερικανός κριτικός σινεμά Άντριου Σάρις, που έγραψε το 1968 μια από τις λίγες καλές κριτικές για την ταινία. Ναι, για το «Πάρτι», μια από τις καλύτερες κωμωδίες του κινηματογράφου! «Είναι αυτή η διάσταση μεταξύ της άσκοπης λεπτότητας του Σέλερς και της γενικής κακογουστιάς του περιβάλλοντός του που δίνει στην ταινία την ενέργειά της», παραδέχτηκε.
Αν ξεπεράσεις αυτό το «ρατσιστικό στερεότυπο», όπως παρατηρεί το British Film Institute, το «Πάρτι» παραμένει το καλύτερο πισωγύρισμα που έκανε το σύγχρονο σινεμά στο σλάπστικ της βωβής κωμωδίας, τις χοντροκομμένες φαρσοκωμωδίες καταστάσεων του βωβού με τις ξεκαρδιστικές υπερβολές και το στιλιζαρισμένο παίξιμο. Όσο για το πόσο προσβλητική βρήκαν οι Ινδοί την κωμική ενσάρκωσή τους από τον Σέλερς, φτάνει ίσως να καταθέσουμε πως μια από τις πλέον αγαπημένες ατάκες της πρωθυπουργού Ίντιρα Γκάντι βρήκε από το στόμα του Σέλερς στην ταινία (όταν τον ρώτησε κάποιος «ποιος νομίζεις ότι είσαι», ο Σέλερς απάντησε: «Στην Ινδία, δεν νομίζουμε ότι είμαστε, ξέρουμε ότι είμαστε!»).
Δεν είναι παραληρηματική κωμωδία, παραληρηματικός είναι μόνο ο πρωταγωνιστής της. Τον οποίο βρήκαν εξάλλου όλοι, ακόμα και όσοι δεν ενθουσιάστηκαν με το φιλμ, στην καλύτερη δυνατή του φόρμα. Και όλοι ξέρουμε τι μπορεί να κάνει ένας Πίτερ Σέλερς σε φόρμα! Τέτοια φόρμα που άφησε τον Μπλέικ Έντουαρντς να τον κινηματογραφεί για ώρες και ώρες, χωρίς πρόγραμμα γυρισμάτων ή σενάριο στα χέρια του, για να δει τι θα γίνει. Αυτό που έγινε είναι μια από τις διασκεδαστικότερες ταινίες του κινηματογράφου, αλλά και μια παραγωγή που μόνο τότε και από κείνους συγκεκριμένα τους δημιουργούς μπορούσε να γίνει.
Προσθέστε εδώ και την εξίσου αμίμητη μουσική του μόνιμου συνεργάτη του Έντουαρντς, Χένρι Μαντσίνι, αλλά και τις σκηνές του μεθυσμένου γκαρσονιού (που ερμηνεύει ένας γνωστός στην άλλη πλευρά του Ατλαντικού τηλεοπτικός ηθοποιός) και έχετε έναν σωστό θρίαμβο του υποκριτικού αυτοσχεδιασμού. Εκεί που τα λόγια περιττεύουν δηλαδή, γι’ αυτό και στις πιο αστείες στιγμές του φιλμ απουσιάζουν ολότελα.
Δικαίως ο σκηνοθέτης του το θεωρούσε πάντα «ένα από τα πιο ριζοσπαστικά πειραματικά φιλμ στην ιστορία του Χόλιγουντ», όπως μας λένε οι βιογράφοι του (Peter Lehman και William Luhr), καθώς ο Έντουαρντς κρατήθηκε ηθελημένα σε δεύτερο πλάνο, αφήνοντας τον πρωταγωνιστή του να ξεδιπλώσει αυτό που είχε με τα καντάρια: το κωμικό του ταλέντο. Και ο Σέλερς γέμισε την οθόνη απ’ άκρη σ’ άκρη, στριμώχνοντας τη φρενήρη δραστηριότητά του σε 99 λεπτά και αφήνοντάς σε να μην ξέρεις πού να πρωτοεστιάσεις.
Γιατί να το δεις: Γιατί να το ξαναδείς δηλαδή, μιας και λίγοι είναι προφανώς αυτοί που δεν έχουν γελάσει μέχρι δακρύων με «Το πάρτι». Γιατί είναι μια κωμωδία που τσακίζει κόκαλα (από το τράνταγμα του γέλιου προφανώς), μια αριστουργηματική ταινία που στέκει σήμερα στο βάθρο της. Μην έχοντας χάσει τίποτα όμως από τη δύναμή της, αυτό το παραλήρημα αυτοσχεδιασμού που δύσκολα θα ξαναδούμε στην έβδομη τέχνη.
«Το πάρτι» θα άφηνε εποχή, απλώς και μόνο γιατί ο αθέλητος πρωταγωνιστής του δεν άφησε τίποτα όρθιο…
newsbeast
18 Αυγ 2019
Όσκαρ και για τον Χοακίν Φίνιξ;
18.8.19 by Spanio Pouli
Ακόμη την ταινία δεν την είδαμε. Οι Book από τώρα έχουν πληροφορίες που εμείς δεν έχουμε. Μην ψαρώνετε.Απλά καταλαβαίνετε τη λειτουργία του κόσμου του θεάματος.
Αν και η κινηματογραφική χρονιά δεν έχει ολοκληρωθεί και τα Όσκαρ είναι ακόμα μακριά, τα γραφεία στοιχημάτων ποντάρουν από τώρα για το ποιοι θα είναι αυτοί που θα φύγουν από την τελετή των βραβείων μαζί με το χρυσό αγαλματάκι.
Μετά τον Λεονάρντο ΝτιΚάπριο, τώρα έρχεται και η υποψηφιότητα του Χοακίν Φίνιξ για τη συμμετοχή του στην ταινία «Τζόκερ», ο οποίος και ερμηνεύει τον ομώνυμο ρόλο.
Σύμφωνα με την εταιρεία στοιχημάτων Oddschecker το γεγονός ότι η ταινία «Τζόκερ» θα λάβει μέρος σε δύο φεστιβάλ κινηματογράφου, αυτό της Βενετίας και αργότερα στου Τορόντο, κάτι σπάνιο για ταινίες που βασίζονται σε ιστορίες κόμικς, δίνει ένα σοβαρό προβάδισμα στον Φίνιξ για να λάβει το βραβείο πρώτου αντρικού ρόλου στα Όσκαρ του 2010.
Αν και η κινηματογραφική χρονιά δεν έχει ολοκληρωθεί και τα Όσκαρ είναι ακόμα μακριά, τα γραφεία στοιχημάτων ποντάρουν από τώρα για το ποιοι θα είναι αυτοί που θα φύγουν από την τελετή των βραβείων μαζί με το χρυσό αγαλματάκι.
Μετά τον Λεονάρντο ΝτιΚάπριο, τώρα έρχεται και η υποψηφιότητα του Χοακίν Φίνιξ για τη συμμετοχή του στην ταινία «Τζόκερ», ο οποίος και ερμηνεύει τον ομώνυμο ρόλο.
Σύμφωνα με την εταιρεία στοιχημάτων Oddschecker το γεγονός ότι η ταινία «Τζόκερ» θα λάβει μέρος σε δύο φεστιβάλ κινηματογράφου, αυτό της Βενετίας και αργότερα στου Τορόντο, κάτι σπάνιο για ταινίες που βασίζονται σε ιστορίες κόμικς, δίνει ένα σοβαρό προβάδισμα στον Φίνιξ για να λάβει το βραβείο πρώτου αντρικού ρόλου στα Όσκαρ του 2010.
17 Αυγ 2019
Μια σοβαρή κριτική για το Κουρδιστό Πορτοκάλι του Κιούμπρικ
17.8.19 by Spanio Pouli
Ψάχνοντας στο διαδίκτυο θα βρείτε πολλές κριτικές για πολλές ταινίες. Πολλές από αυτές τις κριτικές είναι εκτός θέματος. Για την ταινία το Κουρδιστό Πορτοκάλι του Στάνλεϊ Κιούμπρικ, έχουν γραφτεί πολλά. Αν δεν έχετε δει την ταινία να τη δείτε.
Αξίζει.Και δείτε την πριν διαβάσετε την παρακάτω κριτική η οποία δεν είναι δικιά μου.Είναι του ΚΟΠΙ (ΔΕΣ ΕΔΩ)
Από όλες τις κριτικές που διάβασα, η παρακάτω είναι μακράν η καλύτερη. Σας την παραθέτω γιατί συμφωνώ σε ποσοστό πάνω από το 90% με αυτήν. Εδώ οι κριτικοί δεν έχασαν το νόημα. Να τα λέμε αυτά!
«Χάνουμε τελικά την ανθρωπιά μας αν δεν μπορούμε να επιλέξουμε ανάμεσα στο καλό και στο κακό; Γινόμαστε όπως λέει ο τίτλος, Κουρδιστό Πορτοκάλι;»
Αξίζει.Και δείτε την πριν διαβάσετε την παρακάτω κριτική η οποία δεν είναι δικιά μου.Είναι του ΚΟΠΙ (ΔΕΣ ΕΔΩ)
Από όλες τις κριτικές που διάβασα, η παρακάτω είναι μακράν η καλύτερη. Σας την παραθέτω γιατί συμφωνώ σε ποσοστό πάνω από το 90% με αυτήν. Εδώ οι κριτικοί δεν έχασαν το νόημα. Να τα λέμε αυτά!
Κουρδιστό πορτοκάλι, δηλαδή κουρδιστός άνθρωπος, άνθρωπος χωρίς βούληση και προσωπική ελευθερία που δρα μηχανικά, σαν ρομπότ. Ο Stanley Kubrick βασιζόμενος στο ομώνυμο μυθιστόρημα του Anthony Burgess δημιούργησε το κλασικό αυτό αριστούργημα που αποτελεί μέχρι και σήμερα σταθμό στο παγκόσμιο κινηματογραφικό στερέωμα. Το μόνο «λάθος» που ο Burgess δεν συγχώρεσε στον Kubrick ήταν πως το σενάριο βασίστηκε στην αμερικανική έκδοση του βιβλίου του που παρέλειπε το τελευταίο κεφάλαιο. Παρά το «λάθος» του Kubrick πρόκειται για μία ταινία προφητική και διαχρονική που λατρεύτηκε από πολλούς και κατηγορήθηκε από περισσότερους, αφού θεωρήθηκε ότι ήταν εξτρεμιστική και ότι προήγαγε τη βία, καθώς εμφανίστηκαν -κυρίως στην Αγγλία- συμμορίες εφήβων, οι οποίες μιμούνταν τη συμμορία του Alex. Ο ίδιος ο Kubrick μάλιστα δέχτηκε απειλές για τη ζωή του και ενοχλημένος από την όλη κατάσταση απέσυρε την ταινία από τις αίθουσες της Αγγλίας. Το Κουρδιστό Πορτοκάλι δεν ξαναπροβλήθηκε στην Αγγλία παρά μόνο μετά το θανάτου του μεγάλου σκηνοθέτη το 1999.
Η ταινία μας μεταφέρει σε μία ζοφερή φουτουριστική Αγγλία, μία δυστοπία, όπου o Alex-ένας έφηβος με μεγάλη αγάπη για τη βία και την κλασική μουσική, κυρίως τον Beethoven-και η συμμορία του (ο Pete, ο Georgie και ο Dim) επιδίδονται σε πράξεις ωμής βίας: βανδαλισμούς, βιασμούς, κλοπές μόνο και μόνο για την προσωπική τους διασκέδαση. Σε μία εξόρμησή τους όμως ο Alex προδίδεται από τους φίλους του και αφού συλλαμβάνεται και γρονθοκοπείται από τους αστυνομικούς καταδικάζεται σε δεκατέσσερα χρόνια φυλάκισης. Μέσα στη φυλακή, όπου παρακολουθούμε πως το σύστημα πλέον μετατρέπεται σε θύτη και ως γνήσιος σαδιστής βασανίζει και εξευτελίζει τους κρατούμενους ο Alex επιλέγεται ως πειραματόζωο σε ένα σωφρονιστικό πρόγραμμα της κυβέρνησης, το οποίο έχει στόχο να κάνει τους εγκληματίες «καλούς» και ακίνδυνους προκειμένου να μειωθεί η βία. Στην ουσία πρόκειται για ένα παβλοφικό πείραμα που κάνει τον Alex ανίκανο να αντέξει τη βία, το σεξ και την ενάτη συμφωνία του Beethoven! Ο Alex θεραπευμένος πια βγαίνει από τη φυλακή και παρατηρούμε πως από θύτης γίνεται θύμα μιας κοινωνίας διεφθαρμένης και ανελεύθερης που βρίσκεται σε βαθιά κρίση. Με αυτόν τον τρόπο ο Kubrick καταδεικνύει με αριστοτεχνικό και σαρκαστικό τρόπο την ολοκληρωτική αποτυχία και τη σαθρότητα του συστήματος.
Το Κουρδιστό πορτοκάλι αποτελεί μια σπουδή στην ελεύθερη βούληση και στην ανθρώπινη φύση καθώς επίσης και μία κοινωνική σάτιρα στα αυταρχικά συστήματα και τα ολοκληρωτικά καθεστώτα, τα οποία προσπαθούν να μετατρέψουν τους πολίτες σε ανδρείκελα, πειθήνια όργανα χωρίς προσωπική σκέψη, δικαίωμα επιλογής και ελευθερία. Επίσης θέτει το ερώτημα κατά πόσο μπορεί να αποβεί επικίνδυνη για τον άνθρωπο η σύγχρονη επιστήμη και από ποιους πρέπει να ελέγχεται. Μία ταινία με πολλά ιδεολογικά επίπεδα και σύνθετους συμβολισμούς, τους οποίους ο καθένας μπορεί να εκλάβει διαφορετικά.
Τεχνικά πρόκειται για μια εξαιρετικά άρτια ταινία με πολύ πρωτοποριακές για την εποχή της τεχνικές και ιδιαίτερα καθηλωτική σκηνοθεσία. Η κάμερα λειτουργεί σαν ηδονοβλεψίας που απολαμβάνει τις ωμότητες του Alex βάζοντας με αυτόν τον τρόπο τον θεατή μέσα στην ταινία. Οι σκηνές βίας παραμένουν αποκρουστικές χωρίς όμως να χάνουν τον λυρισμό που διέπει την υπόλοιπη ταινία. Μάλιστα ο Kubrick κατηγορήθηκε πως έκανε τη βία να φαίνεται ελκυστική στο κοινό, ο ίδιος όμως απάντησε πως αυτό μπορεί να συμβαίνει επειδή η ιστορία είναι ιδωμένη από τα μάτια του Alex, όμως το θεωρεί λάθος και δεν ήταν σε καμία περίπτωση η πρόθεση του. Οι ιδιαίτερες και εξαιρετικά προσεγμένες εικόνες, οι τοποθεσίες, τα «μελλοντικά» σκηνικά και η οπτική υπερβολή σε συνδυασμό με τα εξεζητημένα κοστούμια οπού επικρατεί το φαλλικό στοιχείο, όπως και στην υπόλοιπη ταινία άλλωστε, δημιουργούν μια φουτουριστική ατμόσφαιρα που πλαισιώνει κατάλληλα την ιστορία και καθιστά την ταινία ακόμη πιο ιδιαίτερη. Τέλος μία ακόμη ιδιομορφία της ταινίας αποτελεί η διάλεκτος του Alex και της συμμορίας του τα «νάντσατ» (ένα μείγμα ρωσικών σε αγγλοποιημένη μορφή και σαιξπηρικού διαλόγου), που ήταν η γλώσσα των εφήβων της εποχής του Burgess.
«Χάνουμε τελικά την ανθρωπιά μας αν δεν μπορούμε να επιλέξουμε ανάμεσα στο καλό και στο κακό; Γινόμαστε όπως λέει ο τίτλος, Κουρδιστό Πορτοκάλι;»
16 Αυγ 2019
«Τα τελευταία Χριστούγεννα» της Εμίλια Κλαρκ με μουσική του Τζορτζ Μάικλ
16.8.19 by Spanio Pouli
Στην Ελλάδα μπορεί ακόμα να βρισκόμαστε σε καλοκαιρινή διάθεση, στην άλλη άκρη του Ατλαντικού όμως, ήδη, προετοιμάζονται για τα Χριστούγεννα και τις διακοπές των εορτών, με το Χόλιγουντ να έχει ήδη ξεκινήσει να δημοσιοποιεί τρέιλερ από τις ταινίες, που ετοιμάζει να παρουσιάσει στις γιορτές.
Πρόσφατα κυκλοφόρησε το διαφημιστικό βίντεο για την ταινία «Τα τελευταία Χριστούγεννα» (Last Christmas), μία ρομαντική κομεντί, σε σκηνοθεσία του Πολ Φέιγκ και με πρωταγωνιστές την Εμίλια Κλαρκ και τον Χένρυ Γκόλντινγκ.
Στην ταινία, η Εμίλια Κλαρκ υποδύεται μία κυνική Λονδρέζα, την Κέιτ, η οποία εργάζεται σαν ξωτικό σε κατάστημα με χριστουγεννιάτικα. Η Κέιτ συναντάει τον Τομ, που υποδύεται ο Χένρυ Γκόλντινγκ, και είναι αυτός που θα τη βοηθήσει να βρει ξανά το πνεύμα των Χριστουγέννων.
Η Έμα Τόμσον, η οποία υπογράφει το σενάριο της ταινίας μαζί με την Μπραϊόνι Κίμμινγκς, παίζει στην ταινία τη μητέρα της Εμίλια Κλαρκ , ενώ οι Μισέλ Γιο και Πάτι ΛουΠόν συμπληρώνουν το καστ της ταινίας.
Η νέα ταινία της Εμίλια Κλαρκ «Τα τελευταία Χριστούγεννα» αναμένεται να κυκλοφορήσει στις κινηματογραφικές αίθουσες στις 8 Νοεμβρίου.
Δες το τρέιλερ ΕΔΩ
Πρόσφατα κυκλοφόρησε το διαφημιστικό βίντεο για την ταινία «Τα τελευταία Χριστούγεννα» (Last Christmas), μία ρομαντική κομεντί, σε σκηνοθεσία του Πολ Φέιγκ και με πρωταγωνιστές την Εμίλια Κλαρκ και τον Χένρυ Γκόλντινγκ.
Στην ταινία, η Εμίλια Κλαρκ υποδύεται μία κυνική Λονδρέζα, την Κέιτ, η οποία εργάζεται σαν ξωτικό σε κατάστημα με χριστουγεννιάτικα. Η Κέιτ συναντάει τον Τομ, που υποδύεται ο Χένρυ Γκόλντινγκ, και είναι αυτός που θα τη βοηθήσει να βρει ξανά το πνεύμα των Χριστουγέννων.
Η Έμα Τόμσον, η οποία υπογράφει το σενάριο της ταινίας μαζί με την Μπραϊόνι Κίμμινγκς, παίζει στην ταινία τη μητέρα της Εμίλια Κλαρκ , ενώ οι Μισέλ Γιο και Πάτι ΛουΠόν συμπληρώνουν το καστ της ταινίας.
Η νέα ταινία της Εμίλια Κλαρκ «Τα τελευταία Χριστούγεννα» αναμένεται να κυκλοφορήσει στις κινηματογραφικές αίθουσες στις 8 Νοεμβρίου.
Δες το τρέιλερ ΕΔΩ
Φαβορί για Όσκαρ ο Λεονάρντο ΝτιΚάπριο
16.8.19 by Spanio Pouli
Σοβαρή υποψηφιότητα για ακόμα ένα Όσκαρ φαίνεται πως βάζει ο Λεονάρντο ΝτιΚάπριο με το ρόλο του στην ταινία «Once Upon a Time in Hollywood» του Κουέντιν Ταραντίνο.
Ο ηθοποιός έχει ήδη ένα Όσκαρ πρώτου αντρικού ρόλου το οποίο απέσπασε το 2016 για τον ρόλο του στην ταινία «The Revenant».
Σύμφωνα με την βρετανική εταιρεία στοιχημάτων Coral ο ΝτιΚάπριο είναι μέχρι στιγμής το απόλυτο φαβορί για να κερδίσει το βραβείο του καλύτερου ηθοποιού στα Όσκαρ 2020 για το ρόλο του ως τον τηλεοπτικό αστέρα Ρικ Ντάλτον στο «Once Upon a Time in Hollywood», που είναι η ένατη ταινία του Κουέντιν Ταραντίνο.
Ο ηθοποιός έχει ήδη ένα Όσκαρ πρώτου αντρικού ρόλου το οποίο απέσπασε το 2016 για τον ρόλο του στην ταινία «The Revenant».
Σύμφωνα με την βρετανική εταιρεία στοιχημάτων Coral ο ΝτιΚάπριο είναι μέχρι στιγμής το απόλυτο φαβορί για να κερδίσει το βραβείο του καλύτερου ηθοποιού στα Όσκαρ 2020 για το ρόλο του ως τον τηλεοπτικό αστέρα Ρικ Ντάλτον στο «Once Upon a Time in Hollywood», που είναι η ένατη ταινία του Κουέντιν Ταραντίνο.
Εγγραφή σε:
Σχόλια (Atom)


















